Το "defectivity mutation" είναι μια φράση που συνίσταται από ένα ουσιαστικό ("defectivity") και ένα ουσιαστικό ("mutation").
Η φωνητική μεταγραφή με χρήση διεθνούς φωνητικού αλφαβήτου είναι: /dɪˈfɛktɪvɪti mjuˈteɪʃən/
Η "defectivity mutation" αναφέρεται σε μια διαδικασία ή κατάσταση όπου μια μετάλλαξη επηρεάζει την ελαττωματικότητα ή τις λειτουργίες ενός οργανισμού. Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά στους τομείς της γενετικής και της βιολογίας. Η συχνότητα χρήσης του είναι σχετικά εξειδικευμένη και συναντάται περισσότερο σε επιστημονικά κείμενα και προφορικούς διαλόγους στον τομέα της βιολογίας.
Researchers are studying defectivity mutation to understand genetic disorders.
Οι ερευνητές μελετούν την ελαττωματικότητα μετάλλαξης για να κατανοήσουν τις γενετικές διαταραχές.
The defectivity mutation in the DNA sequence has significant implications for the study of evolution.
Η ελαττωματικότητα μετάλλαξης στη γενετική ακολουθία έχει σημαντικές συνέπειες για τη μελέτη της εξέλιξης.
Scientists have discovered a new type of defectivity mutation that affects the protein structure.
Οι επιστήμονες έχουν ανακαλύψει έναν νέο τύπο ελαττωματικότητας μετάλλαξης που επηρεάζει τη δομή της πρωτεΐνης.
Η φράση "defectivity mutation" δεν είναι ευρέως χρησιμοποιούμενη σε ιδιωματικές εκφράσεις στην αγγλική γλώσσα. Ωστόσο, η ιδέα της "μετάλλαξης" εμφανίζεται συχνά σε επικοινωνίες που σχετίζονται με την επιστήμη της γενετικής και μπορεί να ενσωματωθεί σε ορισμένες μεταφορικές εκφράσεις.
The defectivity mutation led to unexpected results in the experiment.
Η ελαττωματικότητα μετάλλαξης οδήγησε σε αναπάντεχα αποτελέσματα στο πείραμα.
Understanding defectivity mutation can pave the way for new treatments.
Η κατανόηση της ελαττωματικότητας μετάλλαξης μπορεί να ανοίξει το δρόμο για νέες θεραπείες.
The discussion around defectivity mutation is crucial in modern genetics.
Η συζήτηση γύρω από την ελαττωματικότητα μετάλλαξης είναι κρίσιμη στη σύγχρονη γενετική.
Αυτές οι πληροφορίες παρέχουν μια ολοκληρωμένη εικόνα για τη φράση "defectivity mutation" στο αγγλικό γλωσσικό πλαίσιο.