Η λέξη "enhancement" είναι ουσιαστικό.
Φωνητική μεταγραφή: /ɪnˈhænsmənt/
Η λέξη "enhancement" αναφέρεται στη διαδικασία ή το αποτέλεσμα της βελτίωσης ή της ενίσχυσης κάτι, είτε πρόκειται για ένα προϊόν, μια διαδικασία ή κάποια ικανότητα. Χρησιμοποιείται συχνά στον τομέα της τεχνολογίας, της ιατρικής και της εκπαίδευσης. Η λέξη εμφανίζεται με συχνότητα και στο γραπτό και στον προφορικό λόγο, αν και είναι πιο συνηθισμένη σε επαγγελματικούς και τεχνικούς τομείς.
Το λογισμικό θα υποβληθεί σε μια ενίσχυση για να βελτιώσει την απόδοσή του.
This enhancement will help in better data management.
Η λέξη "enhancement" χρησιμοποιείται σε πολλές ιδιωματικές εκφράσεις στις επαγγελματικές και τεχνικές συζητήσεις:
Οι τεχνικές οπτικής ενίσχυσης μπορούν να μεταμορφώσουν μια βαρετή εικόνα.
The company is focused on performance enhancement strategies.
Η εταιρεία επικεντρώνεται σε στρατηγικές ενίσχυσης της απόδοσης.
The enhancement of skills is crucial for career advancement.
Η ενίσχυση των δεξιοτήτων είναι αποφασιστικής σημασίας για την επαγγελματική πρόοδο.
This new feature offers significant enhancement to user experience.
Αυτή η νέα δυνατότητα προσφέρει σημαντική ενίσχυση στην εμπειρία του χρήστη.
They are investing in enhancement programs for employee development.
Επενδύουν σε προγράμματα ενίσχυσης για την ανάπτυξη των υπαλλήλων.
The enhancement of technology in education has changed the learning process.
Η ενίσχυση της τεχνολογίας στην εκπαίδευση έχει αλλάξει τη διαδικασία μάθησης.
Our team is dedicated to continuous enhancement of product quality.
Η λέξη "enhancement" προέρχεται από το ρήμα "enhance", το οποίο έχει γαλλικές ρίζες (από το "enhancier") και σημαίνει να βελτιώσεις ή να ανεβάσεις κάτι σε καλύτερη κατάσταση. Είναι συνδυασμένο με την κατάληξη "-ment", η οποία δηλώνει την κατάσταση ή τη διαδικασία του ρήματος.
Συνώνυμα: - Improvement - Augmentation - Advancement
Αντώνυμα: - Deterioration - Decrease - Reduction