Η λέξη "persist" σημαίνει να συνεχίζεις να κάνεις κάτι παρά τις δυσκολίες, τις αντιξοότητες ή την πιθανότητα αποτυχίας. Χρησιμοποιείται συχνά στη γλώσσα Αγγλικά για να περιγράψει την επιμονή ή την αντοχή σε μια κατάσταση. Η λέξη "persist" είναι σχετικά συχνά χρησιμοποιούμενη τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο, αν και μπορεί να εμφανίζεται πιο συχνά σε επίσημα ή ακαδημαϊκά πλαίσια.
Αποφάσισε να επιμείνει στις σπουδές της παρά τις προκλήσεις.
If you persist, you will eventually succeed.
Αν επιμείνεις, τελικά θα επιτύχεις.
The dog continued to persist in its search for food.
Η λέξη "persist" μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε διάφορες ιδιωματικές εκφράσεις, αν και δεν είναι ιδιαίτερα κοινή σε καθαρά ιδιωματικές φράσεις, είναι σημαντική για την έννοια της επιμονής.
Επιμένω απέναντι σε όλες τις αντιξοότητες.
"To persist in doing something."
Να επιμένω στην εκτέλεση κάποιου έργου.
"He learned to persist through difficulties."
Έμαθε να επιμένει μέσα από τις δυσκολίες.
"Always persist, no matter the challenges."
Πάντα να επιμένεις, ό,τι κι αν είναι οι προκλήσεις.
"Learn to persist, and success will follow."
Η λέξη "persist" προέρχεται από το Λατινικό "persistere," που σημαίνει "να στέκομαι σταθερά." Αποτελείται από το πρόθεμα "per-" (που σημαίνει "μέσω" ή "εντελώς") και το ρήμα "sistere" (που σημαίνει "σταματώ" ή "υπό.")
Συνώνυμα: - Continue - Persevere - Endure
Αντώνυμα: - Give up - Relent - Dismiss