Pipe cable είναι μια φράση που λειτουργεί ως ουσιαστικό.
/paɪp ˈkeɪ.bəl/
Το pipe cable αναφέρεται σε ένα τύπο καλωδίου που είναι σχεδιασμένο να περνά μέσα από σωλήνες ή σωληνώσεις. Χρησιμοποιείται κυρίως σε ηλεκτρικές και τηλεπικοινωνιακές εφαρμογές, όπου η προστασία και η εκτίμηση του καλωδίου είναι κρίσιμες.
Χρήση στη γλώσσα Αγγλικά: Χρησιμοποιείται κυρίως σε τεχνικά και επαγγελματικά πλαίσια. Στη γραπτή μορφή, είναι πιο συχνό να συναντάται σε εγχειρίδια, προδιαγραφές και αναφορές σχετικών σχεδίων.
The plumber suggested using pipe cable to ensure the electrical wires remain protected.
Ο υδραυλικός πρότεινε τη χρήση καλωδίου σωλήνα ώστε να διασφαλιστεί ότι τα ηλεκτρικά καλώδια θα παραμείνουν προστατευμένα.
During the installation, make sure to run the pipe cable through the designated conduits.
Κατά την εγκατάσταση, φροντίστε να περάσετε το καλώδιο σωλήνα μέσω των καθορισμένων σωληνώσεων.
Pipe cable is often used in environments exposed to moisture and chemical hazards.
Το καλώδιο σωλήνα χρησιμοποιείται συχνά σε περιβάλλοντα εκτεθειμένα σε υγρασία και χημικούς κινδύνους.
Το pipe cable δεν είναι συνήθως μέρος καθιερωμένων ιδιωματικών εκφράσεων, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε τεχνικό περιβάλλον. Παρ' όλα αυτά, παρουσιάζω κάποιες προτάσεις που σχετίζονται με τη χρήση του:
He ran the pipe cable through the walls to avoid any damage.
Πέρασε το καλώδιο σωλήνα μέσα από τους τοίχους για να αποφύγει οποιαδήποτε ζημιά.
The new regulations require pipe cable for all underground installations.
Οι νέες κανονισμοί απαιτούν καλώδιο σωλήνα για όλες τις υπόγειες εγκαταστάσεις.
Using pipe cable can help in preventing electromagnetic interference.
Η χρήση καλωδίου σωλήνα μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη ηλεκτρομαγνητικής παρεμβολής.
Η φράση pipe cable προέρχεται από την αγγλική λέξη pipe που σημαίνει "σωλήνας" και τη λέξη cable που σημαίνει "καλώδιο". Ο συνδυασμός αυτών των δύο αναφέρεται σε καλώδια που σχεδιάζονται ειδικά για χρήση σε σωληνώσεις.
Συνώνυμα: - tubing for cables - conduit cables
Αντώνυμα: - open wire (ανοιχτό καλώδιο) - bare cable (γυμνό καλώδιο)