Ρήμα (δέχτηκε επίσης χρήση ως ουσιαστικό)
/ˈtɛlɪvjuː/
Ο όρος "teleview" αναφέρεται στη διαδικασία της παρακολούθησης ενός προγράμματος, ταινίας ή άλλου περιεχομένου μέσω τηλεόρασης. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει την εμπειρία της θέασης και μπορεί να έχει και συνάφεια με την κριτική, τη γνώση ή την εμπειρία που αποκτά κάποιος μέσω της τηλεόρασης.
Η λέξη δεν είναι ιδιαίτερα συχνή και χρησιμοποιείται κυρίως σε ειδικά γραπτά πλαίσια ή συζητήσεις για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αν και μπορεί να εμφανίζεται και σε προφορικό λόγο.
Πολλοί θεατές απολαμβάνουν την εμπειρία μιας τηλεθέασης ενώ χαλαρώνουν στο σπίτι.
The documentary was well produced and offered a unique teleview of the subject.
Το ντοκιμαντέρ ήταν καλά παραγωγμένο και προσέφερε μια μοναδική τηλεθέαση του θέματος.
After a long day, I just want to teleview my favorite shows.
Ο όρος "teleview" δεν είναι κοινά ενσωματωμένος σε ιδιωματικές εκφράσεις, αλλά μπορεί να συνδυαστεί με ορισμένες φράσεις σχετικές με την τηλεόραση και την παρακολούθηση.
"Να παρακολουθείς μια κλασική ταινία το Σάββατο βράδυ είναι μια αγαπημένη παράδοση."
"The teleview experience of sports is enhanced by the high-definition broadcasts."
"Η εμπειρία τηλεθέασης αθλημάτων βελτιώνεται από τις μεταδόσεις υψηλής ευκρίνειας."
"He prefers to teleview the news instead of reading about it online."
Η λέξη "teleview" προέρχεται από τις λέξεις "tele-" που σημαίνει "μακριά" ή "τηλε", και "view" που σημαίνει "θέα" ή "παρακολούθηση". Αυτή η σύνθεση υποδηλώνει την ιδέα της παρακολούθησης περιεχομένου σε απόσταση μέσω τεχνολογίας.
Συνώνυμα: - televise (τηλεμεταδίδω) - watch (παρακολουθώ)
Αντώνυμα: - ignore (αγνοώ) - overlook (παραβλέπω)