Το "adiposo" είναι επίθετο.
/aðiˈposa/
Η λέξη "adiposo" αναφέρεται σε κάτι που σχετίζεται με το λίπος ή τον λιπώδη ιστό. Στον τομέα της ιατρικής, χρησιμοποιείται για να περιγράψει παθήσεις ή καταστάσεις που σχετίζονται με την υπερβάλλουσα παρουσία λίπους στο σώμα, όπως η παχυσαρκία. Στη γλώσσα, χρησιμοποιείται σε κείμενα και προφορικό λόγο ανάλογα με το context, συχνά σε επιστημονικές και ιατρικές συζητήσεις. Η χρήση της είναι πιο συχνή σε γραπτά κείμενα.
"Ο λιπώδης ιστός είναι απαραίτητος για τη ρύθμιση της ενέργειας στο σώμα."
"Las personas con un alto índice de masa corporal suelen tener un mayor porcentaje de grasa adiposa."
"Τα άτομα με υψηλό δείκτη μάζας σώματος συνήθως έχουν μεγαλύτερο ποσοστό λιπώδους λίπους."
"La acumulación de grasa adiposa puede llevar a problemas de salud."
Η λέξη "adiposo" δεν έχει πολλές ιδιωματικές εκφράσεις όπως άλλες λέξεις, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε σχετικές προτάσεις.
"Πρέπει να εξετάσουμε το λιπώδες περιεχόμενο των τροφών που καταναλώνουμε."
"El exceso de tejido adiposo en el abdomen es un signo de riesgo para la salud."
"Η υπερβολική ποσότητα λιπαρού ιστού στην κοιλιά είναι σημάδι κινδύνου για την υγεία."
"Bajar el porcentaje de grasa adiposa en el cuerpo requiere esfuerzo y dedicación."
Η λέξη "adiposo" προέρχεται από τη λατινική λέξη "adeposus", η οποία προέρχεται από το "adeps" ή "adipis", που σημαίνει "λίπος".
Συνώνυμα: - Graso (λιπαρός) - Obeso (παχύσαρκος)
Αντώνυμα: - Magro (αδύνατος) - Delgado (λεπτός)