Το "amalgamar" είναι ρήμα.
Η φωνητική μεταγραφή του "amalgamar" είναι /amalɡaˈmaɾ/.
Το "amalgamar" σημαίνει τη διαδικασία όπου διαφορετικά υλικά ή στοιχεία αναμειγνύονται ή συνδυάζονται για να σχηματίσουν μια ενιαία μάζα ή διάλυμα. Στη χημεία, συνήθως αναφέρεται στην ανάμειξη μετάλλων ή άλλων ουσιών. Η λέξη χρησιμοποιείται συχνά στο επιστημονικό και νομικό πλαίσιο, αλλά και στην καθημερινή γλώσσα, αν και η χρήση της είναι πιο κοινή στο γραπτό λόγο.
La amalgama de metales se utiliza en la odontología.
Η αμάλγαμα μετάλλων χρησιμοποιείται στην οδοντιατρική.
Es importante amalgamar bien los ingredientes para obtener una buena torta.
Είναι σημαντικό να αναμειγνύονται καλά τα συστατικά για να αποκτήσουμε μια καλή τούρτα.
Η λέξη "amalgamar" δεν χρησιμοποιείται ευρέως σε ιδιωματικές εκφράσεις, αλλά υπάρχει η έννοια του συνδυασμού ή της ενσωμάτωσης.
Amalgamar ideas diferentes puede resultar en una solución innovadora.
Η ανάμειξη διαφορετικών ιδεών μπορεί να οδηγήσει σε μια καινοτόμο λύση.
Es una estrategia amalgamar recursos para mejorar el rendimiento del equipo.
Είναι στρατηγική να συνδυάσουμε πόρους για να βελτιώσουμε την απόδοση της ομάδας.
Η λέξη "amalgamar" προέρχεται από τη λέξη "amalgama", που αναφέρεται σε ένα μείγμα μετάλλων, και έχει ρίζες από το αραβικό "مَلْغَمَة" (malgama), που σημαίνει "μείγμα" ή "συνδυασμός".
Συνώνυμα: - mezclar (αναμειγνύω) - combinar (συνδυάζω)
Αντώνυμα: - separar (χωρίζω) - disociar (διασπάω)