Η λέξη "anchoa" είναι ουσιαστικό θηλυκού γένους.
Φωνητική μεταγραφή: [anˈtʃoa]
Η λέξη "anchoa" αναφέρεται σε ένα είδος μικρού ψαριού που ανήκει στην οικογένεια των σαρδελών. Συνήθως, χρησιμοποιείται στη μαγειρική, ιδίως στην παρασκευή διαφόρων πιάτων όπως σαλάτες ή ως συνοδευτικό. Είναι πιο συχνά σε γραπτό πλαίσιο, ειδικά σε βιβλία μαγειρικής ή άρθρα σχετιζόμενα με την γαστρονομία, αν και μπορεί να χρησιμοποιείται και στον προφορικό λόγο.
"La anchoa es un ingrediente esencial en muchas recetas mediterráneas."
("Η αντσόνα είναι ένα βασικό συστατικό σε πολλές μεσογειακές συνταγές.")
"Me gusta comer anchoas con tostadas."
("Μου αρέσει να τρώω αντσόνες με φρυγανιές.")
"Los pescadores traen anchoas frescas del mar."
("Οι ψαράδες φέρνουν φρέσκιες αντσόνες από τη θάλασσα.")
Η λέξη "anchoa" δεν χρησιμοποιείται ιδιαίτερα συχνά σε ιδιωματικές εκφράσεις, αλλά μπορεί να βρεθεί σε κάποιες φράσεις σχετικές με την ψαριά ή την κουζίνα. Ωστόσο, εδώ είναι μερικές προτάσεις που περιλαμβάνουν την λέξη:
"Me parece que las anchoas traen buena suerte en la cocina."
("Μου φαίνεται ότι οι αντσόνες φέρνουν καλή τύχη στην κουζίνα.")
"Las anchoas son como un tesoro del mar."
("Οι αντσόνες είναι σαν ένα θησαυρό της θάλασσας.")
"En esta región, la anchoa es un manjar muy apreciado."
("Σε αυτή την περιοχή, η αντσόνα είναι ένα πολύ εκτιμημένο γκουρμέ.")
"Con una buena cantidad de anchoas, el plato se vuelve irresistible."
("Με μια καλή ποσότητα αντσόνων, το πιάτο γίνεται ακαταμάχητο.")
Η λέξη "anchoa" προέρχεται από το λατινικό "anchova," το οποίο συνδέεται με την ελληνική λέξη "ἀγκάλη" (αγκαλιά) που αναφερόταν σε παρόμοιες ψαρίες.
Συνώνυμα: - Sardina (σαρδέλα) - Clupea (επιστημονικό όνομα για ψάρια της οικογένειας)
Αντώνυμα: - Δεν υπάρχουν άμεσοι αντώνυμοι, καθώς η "anchoa" αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο είδος ψαριού.
Αυτή η πληροφορία παρέχει μια πληρέστερη εικόνα για την λέξη "anchoa" και τις σχετικές συνυφάνσεις στον ισπανικό και ελληνικό γλωσσικό χώρο.