Επίθετο
/a.tolonˈðɾa.ðo/
Η λέξη "atolondrado" χρησιμοποιείται στη γλώσσα Ισπανικών για να περιγράψει κάποιον που είναι μπερδεμένος, αποσπάται εύκολα ή δρα χωρίς να σκέφτεται. Συνήθως αναφέρεται σε άτομα που ενεργούν με αδέξιο τρόπο ή φαίνονται αναστατωμένα. Η λέξη χρησιμοποιείται αρκετά συχνά, περισσότερο στον προφορικό λόγο.
Él siempre está atolondrado cuando llega tarde a la clase.
(Αυτός είναι πάντα μπερδεμένος όταν φτάνει αργά στην τάξη.)
No entiendo por qué está atolondrado hoy.
(Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι μπερδεμένος σήμερα.)
A veces, siento que estoy atolondrado por la cantidad de trabajo.
(Κάποιες φορές, νιώθω ότι είμαι μπερδεμένος λόγω της ποσότητας δουλειάς.)
Η λέξη "atolondrado" μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε αρκετές ιδιωματικές εκφράσεις, οι οποίες δείχνουν διάφορες πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιον που βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους αναστάτωσης.
No te pongas atolondrado, piensa antes de actuar.
(Μη γίνεσαι μπερδεμένος, σκέψου πριν δράσεις.)
Χρησιμοποιείται για να συμβουλεύσει κάποιον να σκεφτεί προτού πάρει μια απόφαση ή δράση.
A veces me siento atolondrado por todo lo que tengo que hacer.
(Κάποιες φορές νιώθω μπερδεμένος από όλα όσα πρέπει να κάνω.)
Η λέξη "atolondrado" προέρχεται από το ρήμα "atolondrar", που συνεπάγεται να προκαλεί κάποιον να χάσει τη λογική του ή να αποσπασθεί. Η ρίζα "londrar" έχει τις ρίζες της στη λατινική λέξη.
Συνώνυμα: - confuso (μπερδεμένος) - distraído (αποσπασμένος) - torpe (αδέξιος)
Αντώνυμα: - claro (καθαρός) - atento (προσεκτικός) - organizado (οργανωμένος)