Brutalidad είναι ουσιαστικό.
[bɾu.ta.liˈðað]
Η λέξη brutalidad αναφέρεται στην κατάσταση ή την ποιότητα του να είναι κάποιος βίαιος, σκληρός ή να επιδεικνύει βάρβαρη συμπεριφορά. Χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει φαινόμενα βίας, καταπίεσης ή σκληρής μεταχείρισης. Η χρήση της λέξης είναι πιο συνηθισμένη σε γραπτά κείμενα και ειδήσεις, αλλά χρησιμοποιείται και στον προφορικό λόγο.
La brutalidad policial ha sido un tema de debate en la sociedad.
(Η αστυνομική βία έχει γίνει θέμα συζήτησης στην κοινωνία.)
La película retrata la brutalidad de la guerra de una manera impactante.
(Η ταινία απεικονίζει τη βαρβαρότητα του πολέμου με εντυπωσιακό τρόπο.)
No debemos permitir la brutalidad en nuestras comunidades.
(Δεν πρέπει να επιτρέπουμε τη σκληρότητα στις κοινότητές μας.)
Η λέξη brutalidad χρησιμοποιείται και σε διάφορες ιδιωματικές εκφράσεις:
Brutalidad sin límites
Ἐξαιρετική βαρβαρότητα.
(Η κοινωνία debe luchar contra la brutalidad sin límites de los opresores.)
(Η κοινωνία πρέπει να αγωνιστεί εναντίον της βαρβαρότητας χωρίς όρια των καταπιεστών.)
Brutalidad a la vista
Βαρβαρότητα σε κοινή θέα.
(El informe documenta la brutalidad a la vista de todos.)
(Η αναφορά καταγράφει τη βαρβαρότητα σε κοινή θέα.)
Afrontar la brutalidad
Να αντιμετωπίσουμε τη βαρβαρότητα.
(Es necesario afrontar la brutalidad con coraje.)
(Είναι απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε τη βαρβαρότητα με θάρρος.)
Denunciar la brutalidad
Να καταγγείλουμε τη βαρβαρότητα.
(Debemos denunciar la brutalidad de los actos injustos.)
(Πρέπει να καταγγείλουμε τη βαρβαρότητα των άδικων πράξεων.)
Brutalidad inhumana
Απάνθρωπη βαρβαρότητα.
(Los relatos de brutalidad inhumana son desgarradores.)
(Οι αφηγήσεις για απάνθρωπη βαρβαρότητα είναι συνταρακτικές.)
Η λέξη brutalidad προέρχεται από το λατινικό brutalis, που σημαίνει "βίαιος" ή "βαρβαρώδης", το οποίο συνδέεται με την έννοια της αγριότητας και της σκληρότητας.
Συνώνυμα: - Crueldad (σκληρότητα) - Violencia (βία) - Barbarie (βάρβαροτητα)
Αντώνυμα: - Humanidad (ανθρωπιά) - Compasión (συμπόνια) - Bondad (καλοσύνη)