Το "depender" είναι ρήμα.
Η φωνητική μεταγραφή του "depender" στο διεθνές φωνητικό αλφάβητο (IPA) είναι: /de.penˈdeɾ/
Η λέξη "depender" χρησιμοποιείται στη γλώσσα Ισπανικά για να εκφράσει την έννοια της εξάρτησης από κάποιον ή κάτι. Είναι αρκετά συνηθισμένο να χρησιμοποιείται και στους δύο τύπους λόγου, αλλά συναντάται πιο συχνά στον προφορικό λόγο. Οι φράσεις που περιλαμβάνουν το "depender" δηλώνουν ότι κάτι ή κάποιος επηρεάζει ή εξαρτάται από άλλο.
Η απόφαση εξαρτάται από σένα.
Los resultados dependen del esfuerzo que pongamos.
Τα αποτελέσματα εξαρτώνται από την προσπάθεια που θα βάλουμε.
El éxito de este proyecto depende de la colaboración de todos.
Η λέξη "depender" χρησιμοποιείται συχνά σε διάφορες ιδιωματικές εκφράσεις:
Εξαρτάται από το γυαλί με το οποίο βλέπεις. (Η ερμηνεία εξαρτάται από την οπτική γωνία).
No depende de mí.
Δεν εξαρτάται από μένα. (Δηλώνει ότι δεν έχεις τον έλεγχο της κατάστασης).
Todo depende de la actitud que tengamos.
Όλα εξαρτώνται από τη στάση που έχουμε.
Depender como una sombra.
Εξαρτάται σαν σκιά. (Σημαίνει ότι κάποιος είναι πολύ εξαρτημένος από άλλους).
Depender del tiempo.
Το ρήμα "depender" προέρχεται από τα Λατινικά "dependere", που σημαίνει "κρέμομαι από". Η καταγωγή της λέξης συνδυάζει το "de-" (από) και "pendere" (κρεμώ).
Συνώνυμα: - confiar (εμπιστεύομαι) - depender de (εξαρτώμαι από)
Αντώνυμα: - independizar (απεξαρτώ) - ser autónomo (είμαι αυτοδύναμος)