Το "ejecutar" είναι ρήμα.
Φωνητική μεταγραφή: /exekuˈtaɾ/
Η λέξη "ejecutar" σημαίνει "να εκτελέσω" ή "να πραγματοποιήσω" κάτι. Χρησιμοποιείται σε διάφορα συμφραζόμενα, όπως στην εκτέλεση ενός σχεδίου, στη νομική εκτέλεση ενός δικαστικού ενεργήματος ή στην εκτέλεση κώδικα σε προγραμματισμό. Στην ισπανική γλώσσα, έχει μέτρια προς υψηλή συχνότητα χρήσης, και χρησιμοποιείται τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο, αν και συναντάται συχνά στο γραπτό πλαίσιο, ειδικά σε νομικά και τεχνικά κείμενα.
Voy a ejecutar el proyecto la próxima semana.
(Θα εκτελέσω το έργο την επόμενη εβδομάδα.)
El juez decidió ejecutar la sentencia de inmediato.
(Ο δικαστής αποφάσισε να εκτελέσει την απόφαση αμέσως.)
Es importante ejecutar correctamente los comandos en el sistema.
(Είναι σημαντικό να εκτελέσετε σωστά τις εντολές στο σύστημα.)
Η λέξη "ejecutar" χρησιμοποιείται επίσης σε αρκετές ιδιωματικές εκφράσεις και φράσεις:
El soldado tuvo que ejecutar la orden del capitán.
(Ο στρατιώτης έπρεπε να εκτελέσει την εντολή του καπετάνιου.)
Ejecutar un plan
(Εκτέλεση ενός σχεδίου)
Es necesario ejecutar un plan para mejorar la situación.
(Είναι απαραίτητο να εκτελέσουμε ένα σχέδιο για να βελτιώσουμε την κατάσταση.)
Ejecutar medidas
(Εκτέλεση μέτρων)
El gobierno decidió ejecutar medidas para combatir la crisis.
(Η κυβέρνηση αποφάσισε να εκτελέσει μέτρα για να καταπολεμήσει την κρίση.)
Ejecutar una tarea
(Εκτέλεση μιας εργασίας)
Tienes que ejecutar la tarea antes de que termine el día.
(Πρέπει να εκτελέσεις την εργασία πριν τελειώσει η μέρα.)
Ejecutar un contrato
(Εκτέλεση ενός συμβολαίου)
Η λέξη "ejecutar" προέρχεται από το λατινικό "exsecuere", που σημαίνει "να ακολουθήσει", "να εφαρμόσει" ή "να εκτελέσει".
Συνώνυμα: - Realizar (πραγματοποιώ) - Cumplir (εκπληρώνω)
Αντώνυμα: - Abandonar (παρατάω) - Negar (αρνούμαι)