Granito είναι ουσιαστικό.
/ɡɾaˈnito/
Granito αναφέρεται σε ένα αβλαβές, κρυσταλλικό, πυριγενές πετρώμα που αποτελείται κυρίως από άμμο, μικροχάσμα και φελσπα. Χρησιμοποιείται ευρέως στη γεωλογία και την αρχιτεκτονική, συνήθως για κατασκευαστικά έργα και διακοσμήσεις λόγω της αντοχής του και της αισθητικής του.
Η συχνότητα χρήσης του «granito» είναι υψηλή, κυρίως στον γραπτό λόγο (επιστημονικά κείμενα, άρθρα γεωλογίας), καθώς και σε προφορικό λόγο κατά τη διάρκεια συζητήσεων που σχετίζονται με γεωλογία και κατασκευές.
El granito es un material muy utilizado en la construcción.
Ο γρανίτης είναι ένα υλικό που χρησιμοποιείται πολύ στην κατασκευή.
El parque está lleno de formaciones de granito impresionantes.
Το πάρκο είναι γεμάτο εντυπωσιακούς σχηματισμούς γρανίτη.
Los escultores prefieren trabajar con granito por su durabilidad.
Οι γλύπτες προτιμούν να εργάζονται με γρανίτη λόγω της αντοχής του.
Το «granito» χρησιμοποιείται λιγότερο σε ιδιωματικές εκφράσεις. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις που συνδέεται με εκφράσεις που αφορούν το στέρεο και ισχυρό:
Granito de arena en el desierto
(Γρανίτης στην έρημο) - Χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που είναι αμελητέο ή ασήμαντο σε σχέση με το συνολικό αποτέλεσμα.
Echar un granito de arena
(Να ρίξεις έναν κόκκο γρανίτη) - Σημαίνει να συνεισφέρεις κάτι μικρό στην προσπάθεια κάποιου.
Ser un granito en el océano
(Να είσαι ένα γρανίτης στον ωκεανό) - Χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει ότι κάποιος είναι μικρός ή ασήμαντος σε συγκριτικά μεγάλα πράγματα.
Η λέξη «granito» προέρχεται από τα λατινικά «granitum», που σημαίνει «κόκκος». Αυτό σχετίζεται με τη δομή του πετρώματος, που είναι φτιαγμένο από ορατούς κόκκους ορυκτών.
Συνώνυμα: - Pizarra (Σχιστόλιθος - σε κάποιους γεωλογικούς όρους, αν και δεν είναι ακριβές) - Rocas igneas (Πυριγενή πετρώματα)
Αντώνυμα: - Sedimento (Ιζηματογενές) - Arcilla (Πηλός)