Η λέξη "mus" στην ισπανική γλώσσα είναι ένα ουσιαστικό.
Η φωνητική μεταγραφή της λέξης "mus" με χρήση διεθνούς φωνητικού αλφάβητου είναι /mus/.
Η λέξη "mus" μεταφράζεται στα ελληνικά ως "μυς".
Η λέξη "mus" αναφέρεται σε έναν τύπο μυϊκού ιστού ή σε μυς γενικότερα. Χρησιμοποιείται συχνά στη βιολογία και την ιατρική. Η χρήση της στην ισπανική γλώσσα είναι συχνή σε επιστημονικά και ιατρικά κείμενα, αλλά και σε καθημερινά συζητήσεις σχετικά με την ανατομία ή την άσκηση.
Οι ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης ενισχύουν τους μυς.
Es importante estirar los mus antes de hacer ejercicio.
Η λέξη "mus" δεν είναι πολύ κοινή σε ιδιωματικές εκφράσεις, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάποιες φράσεις που σχετίζονται με την υγεία και την άσκηση.
Μην ξεχνάς τους μύες στο πρόγραμμα άσκησής σου.
Hacer ejercicio es clave para mantener los mus en forma.
Η άθληση είναι κλειδί για να διατηρούνται οι μύες σε καλή κατάσταση.
El dolor en los mus es normal después de un buen entrenamiento.
Η λέξη "mus" προέρχεται από τα Λατινικά "musculus," το οποίο σημαίνει "μυς" ή "μικρός μυς".
Συνώνυμα:
- músculo (μυς)
- tejido muscular (μυϊκός ιστός)
Αντώνυμα:
- grasa (λίπος)
- debilidad (αδυναμία)