Το "obturador" είναι ουσιαστικό.
Φωνητική μεταγραφή με χρήση διεθνούς φωνητικού αλφάβητου: /obtuˈɾaðoɾ/
Η λέξη "obturador" χρησιμοποιείται για να αναφερθεί σε συσκευές ή μηχανισμούς που κλείνουν ή περιορίζουν ροές, είτε σε ιατρικά, τεχνικά ή φωτογραφικά πλαίσια. Στην ιατρική, μπορεί να αναφερθεί σε βαλβίδες που ελέγχουν τη ροή σωματικών υγρών. Στη φωτογραφία, αναφέρεται στο κλείστρο της κάμερας που ελέγχει το φως που εισέρχεται στον φακό. Η χρήση της λέξης είναι συχνή σε τεχνικά κείμενα, αλλά λιγότερο στον προφορικό λόγο.
"El obturador de la cámara se dañó durante el viaje."
(Το κλείστρο της κάμερας χτυπήθηκε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.)
"Un obturador mal instalado puede causar fugas en el sistema."
(Ένας κακώς εγκατεστημένος απορροφητής μπορεί να προκαλέσει διαρροές στο σύστημα.)
"El médico utilizó un obturador para detener la hemorragia."
(Ο γιατρός χρησιμοποίησε μια βαλβίδα για να σταματήσει την αιμορραγία.)
Η λέξη "obturador" μπορεί να εμφανίζεται και σε διαφορά ιδιωματικά συμφραζόμενα, αν και δεν είναι ιδιαίτερα συχνά. Εδώ είναι μερικές συνήθεις εκφράσεις:
"El obturador de problemas."
(Η βαλβίδα των προβλημάτων.)
Χρησιμοποιείται για να δείξει κάτι που ελέγχει ή περιορίζει τα προβλήματα.
"Poner un obturador en el asunto."
(Να βάλεις έναν απορροφητή στο θέμα.)
Δηλώνει την ανάγκη να ελεγχθούν ή να περιοριστούν οι συνέπειες ενός ζητήματος.
"Un obturador para el estrés."
(Ένας απορροφητής για το άγχος.)
Αναφέρεται σε τρόπους ή μεθόδους που ελέγχουν ή μειώνουν το άγχος.
Η λέξη "obturador" προέρχεται από τη λατινική λέξη "obturare", που σημαίνει "να κλείσει" ή "να αποκλείσει".
Συνώνυμα:
- Κλείστρο (σε φωτογραφία)
- βαλβίδα
- αποφρακτικός μηχανισμός
Αντώνυμα:
- ανοιχτοί (όσον αφορά τη ροή)
- αποκλεισμένοι (σε περιβάλλον πολλές φορές δεν επιτρέπουν κάτι να περάσει)