Ο όρος "oleaje" είναι ουσιαστικό.
Η φωνητική μεταγραφή του oleaje είναι: [o.le.a.xe]
Η λέξη "oleaje" μπορεί να μεταφραστεί στα Ελληνικά ως "κύματα" ή "θαλάσσια ρεύματα".
Η λέξη "oleaje" αναφέρεται στην κίνηση και στα κύματα του νερού στη θάλασσα ή σε έναν ωκεανό. Χρησιμοποιείται συχνά σε γεωγραφικά και θαλάσσια συμφραζόμενα. Η συχνότητα χρήσης της είναι υψηλή, τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο, ιδιαίτερα στα μέσα ενημέρωσης, τη ναυτιλία και την επιστήμη της ωκεανογραφίας.
Τα κύματα ήταν πολύ δυνατά κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
Los pescadores deben tener en cuenta el oleaje antes de salir al mar.
Οι ψαράδες πρέπει να λάβουν υπόψη τους τα κύματα πριν βγουν στη θάλασσα.
El oleaje afecta las actividades de navegación en la costa.
Στην ισπανική γλώσσα, η λέξη "oleaje" δεν χρησιμοποιείται ευρέως για να σχηματίσει ιδιωματικές εκφράσεις, αλλά μπορεί να παρατηρηθεί σε σχετικά συμφραζόμενα. Ακολουθούν μερικές προτάσεις που το περιλαμβάνουν:
Να βρίσκεσαι στη μέση της θάλασσας με τα κύματα αναστατωμένα.
El oleaje del mar estaba en calma y eso facilitó la pesca.
Τα κύματα της θάλασσας ήταν ήρεμα και αυτό διευκόλυνε την αλιεία.
Con el oleaje de hoy, es mejor evitar el surf.
Με τα κύματα σήμερα, είναι καλύτερα να αποφύγουμε το σέρφινγκ.
El oleaje en esta playa atrae a muchos turistas.
Η λέξη "oleaje" προέρχεται από το λατινικό "unda", που σημαίνει "κύμα". Το "oleaje" περιέχει τον ρίζα "ole-" που συνδέεται με την ιδέα της κίνησης του νερού.