Η λέξη "operario" είναι ουσιαστικό.
[opeɾaɾjo]
Η λέξη "operario" αναφέρεται σε άτομο που εργάζεται σε συγκεκριμένες εργασίες, συνήθως χειρονακτικές ή τεχνικές, σε ένα εργοστάσιο, σε εποικοδομητικό έργο ή σε οποιαδήποτε άλλη βιομηχανία. Χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει εργαζόμενους οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την παραγωγή αγαθών ή την εκτέλεση συγκεκριμένων καθήκοντων. Η χρήση της λέξης είναι αρκετά συχνή, ιδιαίτερα σε γραπτά κείμενα όπως συμβόλαια εργασίας ή αναφορές. Συχνά χρησιμοποιείται και στην προφορική γλώσσα, κυρίως σε συμφραζόμενα που αφορούν την εργασία.
Ο εργαζόμενος του εργοστασίου έφτασε νωρίς στη δουλειά.
Cada operario tiene un rol específico en el proceso de producción.
Κάθε εργαζόμενος έχει έναν συγκεκριμένο ρόλο στη διαδικασία παραγωγής.
El operario utilizó herramientas especializadas para reparar la máquina.
Η λέξη "operario" μπορεί να χρησιμοποιείται σε διάφορες ιδιωματικές εκφράσεις, που περιγράφουν διαφορετικές πτυχές της εργασίας.
Ένας εργαζόμενος της αλλαγής (αναφέρεται σε κάποιον που προσαρμόζεται γρήγορα στις αλλαγές).
Operario polivalente.
Πολυλειτουργικός εργαζόμενος (αναφέρεται σε εργαζόμενο ικανό να εκτελεί πολλές εργασίες).
El operario de línea de montaje.
Ο εργαζόμενος της γραμμής συναρμολόγησης (αναφέρεται σε κάποιον που δουλεύει σε μια γραμμή παραγωγής).
Ser un operario del desarrollo.
Να είσαι ένας εργαζόμενος της ανάπτυξης (αναφέρεται σε κάποιον που συμβάλλει στην ανάπτυξη ενός έργου).
Operario de confianza.
Εργαζόμενος εμπιστοσύνης (αναφέρεται σε κάποιον που είναι αξιόπιστος).
Operario con experiencia.
Η λέξη "operario" προέρχεται από το λατινικό "operarius", το οποίο σημαίνει "αυτός που εργάζεται", από το ρήμα "operare" που σημαίνει "να εργάζεται".
Συνώνυμα: - trabajador (εργαζόμενος) - artesano (τεχνίτης) - empleado (υπάλληλος)
Αντώνυμα: - desempleado (άνεργος) - ocioso (αργόσχολος)
Αυτές οι πληροφορίες θα σας βοηθήσουν να κατανοήσετε πλήρως τη σημασία και τη χρήση της λέξης "operario" στην ισπανική γλώσσα.