partida - έννοια, ορισμός, μετάφραση, προφορά
Diclib.com
Λεξικό ChatGPT

partida (ισπανικά) - έννοια, ορισμός, μετάφραση, προφορά


Μέρος του Λόγου

Η λέξη "partida" είναι ουσιαστικό.

Φωνητική Μεταγραφή

Η φωνητική μεταγραφή της λέξης "partida" στο Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο είναι [paɾˈtiða].

Επιλογές Μετάφρασης για Ελληνικό

Σημασία και Χρήση

Η λέξη "partida" χρησιμοποιείται κυρίως για να αναφερθεί σε μια παρτίδα ή τμήμα μιας δραστηριότητας. Μπορεί να αναφέρεται σε παιχνίδια, όπως επιτραπέζια παιχνίδια, καθώς και σε οικονομικές και νομικές διαδικασίες. Στη γλώσσα των Ισπανικών, η λέξη χρησιμοποιείται αρκετά συχνά, κυρίως σε αγοραίες και άτυπες συζητήσεις.

Παραδείγματικές Προτάσεις

  1. "La partida de ajedrez fue apasionante."
    "Η παρτίδα σκακιού ήταν συναρπαστική."

  2. "Tenemos que hacer la partida de cuentas al final del mes."
    "Πρέπει να κάνουμε την εκχώρηση των λογαριασμών στο τέλος του μήνα."

  3. "Ella ganó la partida de póker anoche."
    "Αυτή κέρδισε την παρτίδα πόκερ χθες το βράδυ."

Ιδιωματικές Εκφράσεις

Η λέξη "partida" είναι μέλος διάφορων ιδιωματικών εκφράσεων, όπως:

  1. "Partida de nacimiento" (πιστοποιητικό γέννησης)
    "Necesito una copia de mi partida de nacimiento para el trámite."
    "Χρειάζομαι ένα αντίγραφο του πιστοποιητικού γέννησής μου για τη διαδικασία."

  2. "Partida de cartas" (παιχνίδι με κάρτες)
    "Vamos a organizar una partida de cartas este fin de semana."
    "Θα οργανώσουμε ένα παιχνίδι με κάρτες αυτό το σαββατοκύριακο."

  3. "Partida doble" (διπλή εκχώρηση ή δίκην αναγνώρισης χρέους)
    "El contable realizó una partida doble para balancear las cuentas."
    "Ο λογιστής έκανε μια διπλή εκχώρηση για να εξισορροπήσει τους λογαριασμούς."

  4. "Partida de guerra" (στρατιωτική αποστολή)
    "La partida de guerra fue enviada al frente."
    "Η στρατιωτική αποστολή στάλθηκε στο μέτωπο."

Ετυμολογία

Η λέξη "partida" προέρχεται από το λατινικό "partita", που σημαίνει "ξεχωριστή, διακριτή".

Συνώνυμα και Αντώνυμα

Συνώνυμα: - sección (τμήμα) - fracción (κλάσμα)

Αντώνυμα: - totalidad (ολότητα) - conjunto (σύνολο)



22-07-2024