Η λέξη "perteneciente" είναι επίθετο.
/pɛr.te.neˈθjen.te/
Η λέξη "perteneciente" χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που ανήκει ή σχετίζεται με κάποιον ή κάτι άλλο. Είναι αρκετά συχνή στη γραπτή γλώσσα, ιδιαίτερα σε νομικά ή επίσημα κείμενα, αλλά χρησιμοποιείται επίσης και στον προφορικό λόγο. Συχνά χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε δικαιώματα, ιδιοκτησία ή σχέσεις αμοιβαίας εξάρτησης.
El terreno es perteneciente a la comunidad.
(Η γη ανήκει στην κοινότητα.)
Los derechos pertenecientes a este contrato deben ser respetados.
(Τα δικαιώματα που ανήκουν σε αυτό το συμβόλαιο πρέπει να γίνουν σεβαστά.)
Es un miembro perteneciente de la organización.
(Είναι ένα μέλος που ανήκει στην οργάνωση.)
Η λέξη "perteneciente" χρησιμοποιείται και σε συγκεκριμένες ιδιωματικές εκφράσεις, οι οποίες συνδέουν την έννοια της ανήκειν με άλλες ιδέες.
Esta teoría establece una relación perteneciente entre el individuo y la sociedad.
(Αυτή η θεωρία καθορίζει μια σχέση που ανήκει μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας.)
Grupo perteneciente
(Ομάδα που ανήκει)
El grupo perteneciente a la asociación se reunió el pasado lunes.
(Η ομάδα που ανήκει στην ένωση συγκεντρώθηκε την προηγούμενη Δευτέρα.)
Bienes pertenecientes
(Περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν)
Η λέξη "perteneciente" προέρχεται από το ρήμα "pertenecer", το οποίο έχει λατινικές ρίζες από τη λέξη "pertinere" που σημαίνει "να ανήκω".