Η λέξη "pucha" είναι μία θηλυκή ουσία και μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως επιφώνημα.
Η φωνητική μεταγραφή της λέξης "pucha" στο Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο (IPA) είναι: /ˈput͡ʃa/.
Η λέξη "pucha" μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εκφράσει αποδοκιμασία, έκπληξη ή θυμό. Χρειάζεται προσοχή στην κατανόηση του περιβάλλοντος στο οποίο χρησιμοποιείται, καθώς μπορεί να θεωρηθεί προσβλητική σε κάποιες καταστάσεις. Στην Ισπανική γλώσσα, η χρήση της επί του προκειμένου φανερώνει συχνά ένα πιο ανεπίσημο ή coloquial ύφος.
Η συχνότητα χρήσης της λέξης ποικίλλει, και είναι πιο συχνά χρησιμοποιούμενη στον προφορικό λόγο, σε οικεία ή ανεπίσημα περιβάλλοντα.
¡Pucha! No puedo creer que haya pasado eso.
Αχ! Δεν μπορώ να πιστέψω ότι συνέβη αυτό.
Esa acción fue una pucha muy grande.
Αυτή η ενέργεια ήταν ένα πολύ μεγάλο ρίσκο.
¡Pucha! Siempre llegas tarde a la fiesta.
Αχ! Πάντα αργείς να φτάσεις στο πάρτι.
Η λέξη "pucha" χρησιμοποιείται σε διάφορες ιδιωματικές εκφράσεις, κυρίως στα καλλιτεχνικά και κοινωνικά περιβάλλοντα των χωρών που αναφέρθηκαν.
Ya es suficiente, pucha.
Φτάνει πια, αχ.
No le digas eso, pucha, se va a enojar.
Μην του το πεις αυτό, αχ, θα θυμώσει.
Pucha, qué sorpresa verte aquí.
Αχ, τι έκπληξη να σε δω εδώ.
No puedo más, pucha, necesito un descanso.
Δεν μπορώ άλλο, αχ, χρειάζομαι μια ανάπαυλα.
¡Qué pucha de día!
Τι αχ! ημέρα!
Η λέξη "pucha" θεωρείται ότι προέρχεται από τις παραδοσιακές γλώσσες της Λατινικής Αμερικής, όπου χρησιμοποιείται για να αποδώσει διαφορετικά συναισθήματα, ενώ με τον καιρό έχει διαδοθεί σε διάφορες χώρες με ελαφρώς διαφορετικές έννοιες.
Συνώνυμα: - "caramba", "vaya", "rayos" (ανάλογα με τα συμφραζόμενα)
Αντώνυμα: - "sorpresa" (έκπληξη), "tranquilidad" (ηρεμία)