reciclar - έννοια, ορισμός, μετάφραση, προφορά
Diclib.com
Λεξικό ChatGPT

reciclar (ισπανικά) - έννοια, ορισμός, μετάφραση, προφορά


Μέρος του Λόγου

Το "reciclar" είναι ρήμα.

Φωνητική Μεταγραφή

Η φωνητική μεταγραφή του "reciclar" με χρήση του διεθνούς φωνητικού αλφάβητου είναι: [reθiˈklar] (στην ισπανική γλώσσα η "c" εκφέρεται σαν "θ" σε χώρες όπως η Ισπανία και σαν "k" σε χώρες της Λατινικής Αμερικής).

Επιλογές Μετάφρασης για Ελληνικό

Σημασία και Χρήση

Η λέξη "reciclar" σημαίνει τη διαδικασία της επαναχρησιμοποίησης υλικών για την παραγωγή νέων προϊόντων, συμβάλλοντας έτσι στη μείωση των αποβλήτων και στην προστασία του περιβάλλοντος. Χρησιμοποιείται συνήθως σε γραπτές και προφορικές μορφές λόγου, με σχετικά υψηλή συχνότητα, ειδικά σε συζητήσεις και κείμενα που αφορούν την οικολογία, την περιβαλλοντική προστασία και την αειφορία.

Παραδείγματα Προτάσεων

  1. Es importante reciclar el papel y el plástico.
    Είναι σημαντικό να ανακυκλώνουμε το χαρτί και το πλαστικό.

  2. Muchos niños aprenden a reciclar en la escuela.
    Πολλά παιδιά μαθαίνουν να ανακυκλώνουν στο σχολείο.

  3. Reciclar ayuda a proteger el medio ambiente.
    Η ανακύκλωση βοηθάει στην προστασία του περιβάλλοντος.

Ιδιωματικές Εκφράσεις

Η λέξη "reciclar" δεν προσδιορίζει πολλές ιδιωματικές εκφράσεις, ωστόσο υπάρχουν κάποιες εκφράσεις που αφορούν την έννοια της ανακύκλωσης και της επαναχρησιμοποίησης:

  1. Reciclar ideas.
    Ανακυκλώνω ιδέες.
    (Αναφέρεται στη διαδικασία της επαναχρησιμοποίησης ή της ανανέωσης παλαιών ιδεών.)

  2. Reciclar hábitos.
    Ανακυκλώνω συνήθειες.
    (Εννοεί την αλλαγή ή τη βελτίωση κάποιων συνηθειών για καλύτερο αποτέλεσμα.)

  3. Reciclar materiales.
    Ανακυκλώνω υλικά.
    (Αναφέρεται στην επαναχρησιμοποίηση πρώτων υλών.)

Ετυμολογία

Η λέξη προέρχεται από το λατινικό "recircular" που σημαίνει "γι’ άλλη φορά να κυλήσει". Το "re-" υποδηλώνει επανάληψη, και το "circular" αναφέρεται στην κυκλική διαδικασία, δηλαδή το να περνά κάτι από διάφορες φάσεις.

Συνώνυμα και Αντώνυμα

Συνώνυμα: - reutilizar (επαναχρησιμοποίησω) - transformar (μετατρέπω)

Αντώνυμα: - descartar (απορρίπτω) - desechar (πετάω)



22-07-2024