Η λέξη "tropa" είναι ουσιαστικό.
Φωνητική μεταγραφή με χρήση διεθνούς φωνητικού αλφάβητου: /ˈtɾopa/
Η λέξη "tropa" χρησιμοποιείται στη γλώσσα Ισπανικά για να αναφερθεί σε μια ομάδα στρατιωτών ή στρατιωτικών. Είναι συχνά χρησιμοποιούμενη σε στρατιωτικά ή συλλογικά πλαίσια. Η χρήση της μπορεί να εμφανίζεται και σε γραπτό αλλά και σε προφορικό λόγο, με μια ελαφρώς μεγαλύτερη προτίμηση στο γραπτό κείμενο.
"La tropa avanzó hacia el enemigo con valentía."
"Η ομάδα προχώρησε προς τον εχθρό με θάρρος."
"El comandante organizó a la tropa para la misión."
"Ο διοικητής οργάνωσε την ομάδα για την αποστολή."
"La tropa fue enviada a la frontera para realizar patrullas."
"Η ομάδα στάλθηκε στα σύνορα για να πραγματοποιήσει περιπολίες."
Η λέξη "tropa" μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε διάφορες ιδιωματικές εκφράσεις, οι οποίες αναφέρονται σε ομάδα ή μια συλλογικότητα. Παρακάτω παρατίθενται κάποιες εκφράσεις:
"Estar en la tropa"
Σημαίνει "να ανήκεις σε μια ομάδα", ή "να συμμετέχεις σε κάτι περήφανο".
"Estar en la tropa es un gran honor."
"Na ανήκεις σε μια ομάδα είναι μεγάλη τιμή."
"Tropa de choque"
Αναφέρεται σε μια ειδική ομάδα ή μονάδα κρούσης.
"La tropa de choque está lista para intervenir."
"Η μονάδα κρούσης είναι έτοιμη να παρέμβει."
"Tropa de élite"
Αναφέρεται σε στρατιωτικές δυνάμεις υψηλής εκπαίδευσης ή ικανότητας.
"La tropa de élite realizó una misión secreta."
"Η ομάδα ελίτ πραγματοποίησε μια μυστική αποστολή."
Η λέξη "tropa" προέρχεται από την λατινική λέξη "tropus", που σημαίνει "σύνθεση" ή "ομάδα". Η ρίζα του αναφέρεται σε συλλογικότητα ή συνάθροιση.
Συνώνυμα: - unidad (μονάδα) - ejército (στρατός)
Αντώνυμα: - soledad (μόνωση) - aislamiento (απομόνωση)