vehemencia - ουσιαστικό (feminine noun)
/βε.em.ε.νθιά/
Η λέξη vehemencia αναφέρεται σε μια κατάσταση ή ποιότητα κατά την οποία κάποιος εκφράζει συναισθήματα ή απόψεις με έντονο και παθιασμένο τρόπο. Χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει μια έντονη διάθεση ή την απόλυτη πεποίθηση που μπορεί να συνοδεύει λόγια ή πράξεις.
Η χρήση της είναι συχνή και στα δύο πλαίσια, προφορικού και γραπτού λόγου, αν και μπορεί να παρατηρηθεί ότι χρησιμοποιείται περισσότερο σε γραπτά συμφραζόμενα, όπως δοκίμια ή λογοτεχνία.
Su vehemencia al hablar sobre el tema hizo que todos le prestaran atención.
(Η ένταση του να μιλάει για το θέμα έκανε όλους να του δώσουν προσοχή.)
La vehemencia de sus argumentos convenció al jurado.
(Η ένταση των επιχειρημάτων του έπεισε τους ενόρκους.)
A veces, su vehemencia puede resultar excesiva para algunos.
(Μερικές φορές, η ορμή του μπορεί να είναι υπερβολική για κάποιους.)
Η λέξη vehemencia χρησιμοποιείται και σε διάφορες ιδιωματικές εκφράσεις στον ισπανικό λόγο:
Δηλώνει ότι κάποιος εκφράζει τις απόψεις του με πάθος και έντονο συναίσθημα.
Vehemencia desmedida.
(Αλόγιστη ένταση.)
Αναφέρεται στη θυελλώδη και ίσως υπερβολική έκφραση συναισθημάτων.
Defender con vehemencia.
(Να υπερασπίζεσαι με πάθος.)
Χρησιμοποιείται όταν κάποιος υποστηρίζει μια άποψη ή ένα γεγονός με σφοδρότητα.
Caer en la vehemencia.
(Να πέφτει σε ένταση.)
Η λέξη vehemencia προέρχεται από το λατινικό vehementia, που σημαίνει "οργή" ή "ένταση", και σχετίζεται με το ρήμα vehementem, που σημαίνει "να μετακινώ ή να ωθώ σφοδρά".
Συνώνυμα: - fervor (ζήλος) - intensidad (ένταση) - pasión (πάθος)
Αντώνυμα: - calma (ηρεμία) - indiferencia (αδιαφορία) - apacibilidad (ηρεμία)