συντηρούμενος από γυναίκα - translation to English
Diclib.com
Online Dictionary

συντηρούμενος από γυναίκα - translation to English


συντηρούμενος από γυναίκα      
gigolo
gigolo      
n. συντηρούμενος από γυναίκα, συνοδός υπό πληρωμή, ζιγκολό