σχετίζω - translation to English
Diclib.com
Online Dictionary

σχετίζω - translation to English


σχετίζω      
affiliate, relate
σχετίζομαι      
relate
relate      
v. αναφέρω, διηγούμαι, σχετίζω, σχετίζομαι, ιστορώ, συγγενεύω, αντιστορώ, αναφέρομαι