σχισμώδης - translation to English
Diclib.com
Online Dictionary

σχισμώδης - translation to English


σχισμώδης      
crannied, rimose, rimouse
crannied      
adj. σχισμώδης, γεμάτος ρωγμές
rimose      
adj. σχισμώδης, πλήρης σχισμών